Σταυροφορία του Μπαρμπάστρο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σταυροφορία του Μπαρμπάστρο
Χριστιανική ανακατάκτηση της Ιβηρικής χερσονήσου
Location of Barbastro in today's Spain.
Location of Barbastro in today's Spain.
Barbastro
Η τοποθεσία του Μπαρμπάστρο στην σημερινή Ισπανία
Χρονολογία Αύγουστος 1064
Τόπος Σημερινό Μπαρμπάστρο, Αραγωνία (Ισπανία)
Έκβαση Νίκη των χριστιανικών στρατευμάτων
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Allah.svg Yusuf al-Muzzafar

Η Σταυροφορία του Μπαρμπάστρο (επίσης γνωστή ως η Πολιορκία του Μπαρμπάστρο ή Πόλεμος του Μπαρμπάστρο) ήταν μια διεθνής εκστρατεία, που κήρυξε ο Πάπας Αλέξανδρος Β´, για να καταλάβει την ισπανική πόλη Μπαρμπάστρο, μέρος τότε του Εμιράτου της Λάριδα της δυναστείας των Μπανού Χούντ.[1] Στην πολιορκία πήρε μέρος ένας μεγάλος στρατός αποτελούμενος από στοιχεία από όλη την Δυτική Ευρώπη ο οποίος και άλωσε την πόλη (το 1064). Η φύση της αποστολής που περιγράφεται από τον Ραμόν Μενέντεθ Πιδάλ ως «μια σταυροφορία πριν από τις σταυροφορίες»,[2] συζητείται στην ιστοριογραφία, και το σταυροφορικό στοιχείο της εκστρατείας αποτελεί ακόμα και σήμερα επίμαχο σημείο.[3]

ΑποστολήΕπεξεργασία | επεξεργασία κώδικα

Ο Πάπας Αλέξανδρος ο Β´ αρχικά κήρυξε την Ρεκονκίστα το 1063 ως μία «Χριστιανική κατάσταση έκτακτης ανάγκης».[4] Κηρύχθηκε επίσης στη Βουργουνδία, πιθανότατα με την άδεια ή τη συμμετοχή του ηγούμενου Ουγκό του Κλυνύ, του οποίου ο αδελφός, Thomas de Chalon, ηγήθηκε του στρατού.[4] Σίγουρα ο ζήλος για τη σταυροφορία εξαπλώθηκε και σε άλλα μέρη στη Γαλλία, ο μοναχός Amatus του Μοντεκασσίνο σημειώνει ότι η «μεγάλη ιπποσύνη των Γάλλων και των Βουργουνδών και των άλλων λαών» (grant chevalerie de Francoiz et de Borguegnons et d'autre gent) ήταν παρούσα στην πολιορκία.[4] Έτσι, ήταν παρών στην πολιορκία ένας μεγάλος στρατός, κυρίως από Γάλλους και Βουργουνδούς, όταν αυτή ξεκίνησε το 1064, μαζί με ένα παπικό βοηθητικό σώμα στρατού, που αποτελούταν κυρίως από Ιταλο-Νορμανδούς, καθώς και έναν τοπικό ισπανικό στρατό που αποτελούταν από Καταλανούς και Αραγωνέζους. Αργότερα, μετά την άλωση της πόλης, αυτοί Καταλανοί και Αραγωνέζοι στρατιώτες θα εξέφραζαν έντονο αποτροπιασμό προς τα περίφημα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από αυτούς τους Νορμανδούς.[5] Ο αρχηγός του παπικού σώματος ήταν ένας Νορμανδός με το όνομα Γουλιέλμος του Μοντρεΐλ.[6] Ο ηγέτης των Ισπανών ήταν ο Σάντσο Ραμίρεθ, Βασιλιάς της Αραγωνίας και της Ναβάρρας, του οποίου το βασίλειο στα νότια ήταν σε μεγάλο βαθμό υπό απειλή από τους Μαυριτανούς. Το μεγαλύτερο συστατικό των Ακουιτανών ηγήθηκε ο Δούκας Γουλιέλμος Η´ της Ακουιτανίας (γνωστός ως Γουί-Γοδεφρείδος «Guy-Geoffroi»), τον οποίο ένας ιστορικός αποκαλεί «Χριστιανικό αρχιστράτηγο».[4] Παρότι η σύνθεση αυτού του μεγάλου στρατού έχει γίνει αντικείμενο μεγάλης αντιπαράθεσης, είναι γενικά κοινώς αποδεκτό πως περιείχε μεγάλη δύναμη Φράγκων ιπποτών.[6]

Ο δούκας της Ακουιτανίας οδήγησε το στρατό του μέσα από τα Πυρηναία , στο Somport. Ενώθηκε από νωρίς με τον καταλανικό στρατό στη Ζιρόνα το 1064. Ολόκληρος ο στρατός στη συνέχεια βάδισε περνώντας από το Γκράους, το οποίο είχε αντισταθεί σε επιθέσεις δύο φορές στο παρελθόν, και κινήθηκε εναντίον του Μπαρμπάστρο που ήταν τότε μέρος της Τάιφα της Λάριδα διοικούμενη από τον Al-Muzaffar.[4] Η πόλη πολιορκήθηκε για σαράντα μέρες έως ότου να παραδοθεί σύμφωνα με δύο Μουσουλμανικές και Χριστιανικές πηγές.[7]

Εκτός από τον Γουλιέλμο του Μοντρεΐλ και τον Γουί-Γοδεφρείδο, μια ιστορία του 1078 σχετικά με τους Νορμανδούς τοποθετηθεί και τον Νορμανδό μισθοφόρο Ροβέρτο Κρισπίνο ανάμεσα στους αρχηγούς της εκστρατείας.[1]

ΣυνέπειεςΕπεξεργασία | επεξεργασία κώδικα

Αρχικά δόθηκαν εγγυήσεις από τους Χριστιανούς στους Μουσουλμάνους προκειμένου να τους χαρίσουν τη ζωή και να σεβαστούν τις ιδιοκτησίες τους, αλλά η συμφωνία γρήγορα έσπασε.[8] Κατά μια άλλη πηγή λέγεται πως η φρουρά προσφέρθηκε να παραδώσει την περιουσία της και την περιουσία των οικογενειών της, ως αντάλλαγμα για να τους αφήσουν να φύγουν από την πόλη, και έτσι συμφωνήθηκε με τους πολιορκητές.[9] Ωστόσο, οι Σταυροφόροι δεν τήρησαν τη συνθήκη και σκότωσαν τους στρατιώτες καθώς αυτοί έβγαιναν. Οι σταυροφόροι στρατιώτες στη συνέχεια λεηλάτησαν την πόλη δίχως έλεος.[8] Λέγεται πως πενήντα χιλιάδες Μουσουλμάνοι σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν και οι νικητές μοιράστηκαν ένα τεράστιο ποσό λείας.[10] Τα μεταγενέστερα Μουσουλμανικά χρονικά προτείνουν πως οι δυνάμεις εισβολής είναι πιθανό να σκότωσαν τους ενήλικες άρρενες και να υποδούλωσαν τις γυναίκες και τα παιδιά· οι αριθμοί, ωστόσο, είναι σε μεγάλο βαθμό υπερβολικοί: Το Μπαρμπάστρο εκείνη την εποχή δύσκολα έφτανε σε πληθυσμό τους δύο χιλιάδες κατοίκους.[11]

Ο Ανδαλουσιανός Μουσουλμάνος νομικός Ibn 'Abd al-Barr, ένας εκ των μαρτύρων της πτώσης του Μπαρμπάστρο, περιγράφει τον απόηχο ως εξής:

«Ποια μπορεί να είναι η γνώμη σας, Ω Μουσουλμάνοι, όταν βλέπετε τζαμί και παρεκκλήσια, που κάποτε ήσασταν μάρτυρες της απαγγελίας του Κορανιού και της γλυκύτητας του καλέσματος για προσευχή; βυθίζεστε σε πολυθεϊσμό και συκοφαντίες, φορτωμένες με κουδούνια και σταυρούς, στη θέση των οπαδών του ar-Raḥmān: του Ιμάμη και των ευσεβών ανδρών, νεωκόρων και μουεζίνων... που σύρθηκαν από τους άπιστους μακριά, σαν ζώα προς θυσία πήγαν στον σφαγέα· κείτονται ταπεινά στο τζαμί και οι οποίοι στη συνέχεια κάηκαν και έγιναν στάχτη, ενώ οι άπιστοι γελούσαν και μας πρόσβαλαν, και το δόγμα μας σπαράζει και κλαίει.»[2]

Η κατάσταση των γυναικών φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα δύσκολη ως συνέπεια της πολιορκίας και της νίκης των σταυροφόρων. Πολλές πέθαναν κατά τη διάρκεια της πολιορκίας από ασθένειες που σχετίζονται με δίψα, ενώ άλλες υπέστησαν εξευτελιστική μεταχείριση μετά τη νίκη, καθώς μετατράπηκαν σε υπηρέτριες και σκλάβες του σεξ, ή ακόμη μερικές φορές τις εκθέσανε και μπροστά στο βασανισμό των συζύγων τους.[9]

Οι σταυροφόροι βγήκαν κερδισμένοι με μια τεράστια λεία. Η αραβική γεωγραφία του 15ου αιώνα Kitab al-Rawd al-Mitar καταγράφει πως αιχμαλωτίσθηκαν πολλά Σαρακηνά κορίτσια και κατελήφθησαν Σαρακηνοί θησαυροί.[12] Στον Ερμενγκόλ Γ΄ του Ουρζέλ, τον κουνιάδο του Βασιλιά Σάντσο Ραμίρεθ, του αποδόθηκε η διακυβέρνηση της πόλης. Στις 17 Απριλίου του 1065, μετά από περίπου δέκα μήνες κατοχής,[13] οι Μαυριτανοί ανακατέλαβαν με ευκολία την πόλη, σφαγιάζοντας τη μικρή φρουρά και ανέστρεψαν όλη την δουλειά των σταυροφόρων.[14] Ο Θεοβάλδος, ο Βουργουνδός ηγέτης, πέθανε πιθανόν από τραύματα που υπέστη στην εκστρατεία κατά την επιστροφή του στη Γαλλία, μετά την απώλεια της πόλης το 1065.[14]

ΙστοριογραφίαΕπεξεργασία | επεξεργασία κώδικα

Ο Ιστορικός Reinhart Dozy ξεκίνησε μια πρώτη μελέτη για τον Πόλεμο στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, με βάση τις λιγοστές πρωτογενείς πηγές, κυρίως αυτές του Amatus και του Ιμπν Χάιαν (Ibn Hayyan).[15] Ο Dozy αρχικά πρότεινε τη συμμετοχή του παπικού στοιχείου βασισμένος στην αναφορά του Ιμπν Χάιαν στο «ιππικό της Ρώμης».[16] Μεταγενέστερη ιστοριογραφία τόνισε το Κλουνιακό στοιχείο του Πολέμου, κυρίως το αποτέλεσμα των πρόσφατων προσπαθειών του Φερδινάνδου Α´ της Λεόν να εισαγάγει τις Κλουνιακές μεταρρυθμίσεις στην Ισπανία και εμπνευσμένη από το θάνατο του Ραμίρο Α´ της Αραγωνίας μετά την αποτυχημένη Πολιορκία του Γκράους.

Η ερμηνεία αυτή έχει επικριθεί στις πιο πρόσφατες δεκαετίες, ειδικά η παπική σύνδεση και η ιταλική συμμετοχή.[15] Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο Αλέξανδρος ήταν απασχολημένος το διάστημα εκείνο με τον Αντίπαπα Ονώριο Β΄ και δεν κήρυξε ομαδικό συγχωροχάρτι για τους πολεμιστές της Reconquista, μέχρι την εκστρατεία του Εμπλ Β´ της Ρουσύ το 1073. Επίσης, έχει εκφραστεί και η θεωρία, ότι ο «Ρωμαϊκός» ηγέτης που υπονοεί ο Ιμπν Χάιαν, δεν ήταν ο Γουλιέλμος του Μοντρεΐλ, αλλά ο Γουί-Γοδεφρείδος.[15]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία | επεξεργασία κώδικα

ΠηγέςΕπεξεργασία | επεξεργασία κώδικα